Η αυθεντική καρμπονάρα
Η γέννηση της καρμπονάρας με την πτώση του φασισμού
Του "Ιδεογράφου"
Παιδικά χρόνια χωρίς μπάλα δεν νοούνται. Δεν υπάρχει χαρά, δεν υπάρχει παιχνίδι. Και ξέρετε γιατί οι σημερινοί ποδοσφαιριστές είναι ψυχροί και χωρίς ψυχή; Να σας το πω εγώ. Γιατί ξόδεψαν τα νιάτα τους άσκοπα κι έχασαν ό,τι παιδικό είχαν μέσα τους. Το ποδόσφαιρο δεν το βλέπουν σήμερα σαν παιχνίδι, αλλά ως επάγγελμα.
Γεβγένι Γιεφτουσένκο (Ρώσος Ποιητής)
Μετάφραση άρθρου από το quodlibet.it
Του «Ιδεογράφου»
Καθεστώς εξαίρεσης και καθεστώς έκτακτης ανάγκης
Ένας νομικός τον οποίον κάποτε εκτιμούσα, σ' ένα άρθρο πρόσφατα δημοσιευμένο σε μια φιλοκυβερνητική εφημερίδα, προσπαθεί να δικαιολογήσει με νομικίστικα επιχειρήματα το καθεστώς εξαίρεσης που για άλλη μια φορά κήρυξε το κράτος. Ξαναπιάνοντας, χωρίς να το ομολογεί, την σμιτιανή διάκριση ανάμεσα στην εντεταλμένη δικτατορία, η οποία έχει σκοπό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει το ισχύον καθεστώς, και στην κυριαρχική δικτατορία που στοχεύει αντιθέτως να εγκαθιδρύσει μια νέα τάξη, ο νομικός αυτός κάνει διάκριση μεταξύ εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης (ή όπως θα ήταν ακριβέστερο, μεταξύ κατάστασης εξαίρεσης και κατάστασης έκτακτης ανάγκης).
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟΥ ΜΕ ΤΟΝ
ΕΡΝΕΣΤΟ ΓΚΕΒΑΡΑ
Αρχές 1963. Ο Μανώλης Γλέζος έχει αποφυλακιστεί, αφού έχει εκλεγεί με την ΕΔΑ στο ελληνικό κοινοβούλιο. Λαμβάνει μια πρόσκληση από την ηγεσία της νεαρής επαναστατικής Κούβας. Συμμετέχει σε διεθνή συνάντηση αλληλεγγύης στην Αβάνα. Κατά την ολιγοήμερη παραμονή του εκτός από την συνάντηση με τον Φιντέλ και την υπόλοιπη ηγεσία της επαναστατικής κυβέρνησης εκδηλώνει το ενδιαφέρον να τον γνωρίσει ο νεαρός υπουργός Οικονομικών και Βιομηχανίας, Ερνέστο Γκεβάρα. Μεταβαίνει στο υπουργείο όπου είχε προγραμματιστεί μια συνάντηση περίπου 40 λεπτών.
(La Contadora de películas, Hernán Rivera Letelier, Χιλή 2009)
Του Μιχάλη Παπαχατζάκη
Αναδημοσίευση άρθρου από την Α.Λ.Αν.Η
Ο Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ εργάστηκε (όπως αναφέρεται σε βιογραφικό του σημείωμα) τριάντα χρόνια στα ορυχεία της ερήμου Ατακάμα στην Βόρεια Χιλή. Όχι απαραίτητα σαν εργάτης, σίγουρα όχι ως στέλεχος σε κάποιο γραφείο για να έχει από μακριά επαφή στον άγνωστο για πολλούς λογοτέχνες κόσμο της χειρωνακτικής εργασίας, σε κάθε περίπτωση όμως ήταν κοντά στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εργατών. Άλλωστε τελειώσε τις μαθητικές σπουδές του αργότερα από το συνηθισμένο, σε νυχτερινό σχολείο. Την περισσότερη ζωή του την πέρασε στους οικισμούς που χτίστηκαν ειδικά για τα ορυχεία νιτρικών αλάτων και σήμερα ζει (γεννήθηκε το 1950) με την γυναίκα του και τα παιδιά τους στην ίδια περιοχή, στην πόλη Αντοφαγκάστα του μισού εκατομμυρίου. Οι οικισμοί αυτοί, παραγκουπόλεις στην πλειονότητά τους, έφτασαν τους τριακόσιους σε αριθμό κάποια στιγμή, μέχρι τα ορυχεία να κλείσουν μετά που γερμανοί επιστήμονες [1] εφυήραν τα συνθετικά νιτρικά άλατα. Σήμερα απομένει ένας μόνο τέτοιος οικισμός. «Είμαστε εκείνοι που δεν μπορούν πλέον να περιπλανηθούν στους δρόμους της παιδικής μας ηλικίας- επειδή αυτοί δεν υπάρχουν πια.», όπως δήλωσε ο ίδιος σε μια ομιλία του [2].

Κόκκινος ποταμός (μικροδιήγημα)
Στις τέσσερις περίπου το πρωΐ με φέρανε να σταθώ σε αυτήν την μακριά ουρά που είχε σχηματιστεί-σαν φίδι-μπροστά από την βαριά δρύινη πόρτα που έβλεπα πέρα στο βάθος. Ήταν αμέτρητοι οι άνθρωποι που επίσης περίμεναν, άνθρωποι όλων των ηλικιών, κυρίως γέροι αλλά είχε και μωρά, πάντως κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Όλοι αμίλητοι, σκυθρωποί. Άλλωστε και εγώ ήμουν τύφλα στο μεθύσι. Συν τοις άλλοις πονούσε όλο το κορμί μου. Ακόμα και η ανάσα μού έβγαινε με κόπο, σαν κάποιος να είχε κρεμάσει μια σιδερένια πλάκα στο στήθος μου. Δεν ένιωθα καλά.
Μετάφραση άρθρου από το quodlibet.it
Του «Ιδεογράφου»
Δυο άθλιες λέξεις
Στις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης εμφανίστηκαν δυο άθλιες λέξεις, που είχανε εμφανέστατα τον μοναδικό σκοπό να διαλύσουν εκείνους που, μπροστά στον φόβο που είχε παραλύσει τους εγκεφάλους, επέμεναν ακόμα να σκέφτονται: «αρνητής», «συνωμοσιολογία».
Τα "Παιδιά
της Ζωής" (Ragazzi di Vita) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι θα μπορούσαν, αντί
για βιβλίο, να ήταν μια ταινία- ίσως και ρεπορτάζ. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη
φορά στην Ιταλία το 1955 (η συγγραφή του άρχισε το 1950) και στην Ελλάδα το
1993 από τις εκδόσεις Οδυσσέας και μετάφραση του Βαγγέλη Ηλιόπουλου.